Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Το οξύμωρο(;) της ακρίβειας και του υψηλότερου βιοτικού επιπέδου

Παίρνοντας αφορμή από αναρτήσεις σε φιλικά ιστολόγια, κυρίως από το πατσιούρι, σκέφτηκα πιο σοβαρά το ζήτημα της ακρίβειας και γενικότερα της κατανάλωσης. Είναι κάτι που όλοι μας κάνουμε καθημερινά. Ενσυνείδητα ή ασυνείδητα κάνουμε τις αγορές μας, επιλέγουμε πού να ξοδεύουμε αυτά που βγάζουμε. Κάποιες φορές αποταμιεύουμε, περισσότερες φορές ίσα-ίσα κάθε μήνα, άλλες πάλι φορές με τις κάρτες και τα δάνεια υπέρ του δέοντος.

Πολύ τη βάρυνα την εισαγωγή. Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων είναι αλήθεια ότι έχει ανέβει πολύ τα τελευταία χρόνια. Μην ξεχνάμε ότι ακόμη και τη δεκαετία του ’80 θεωρούμασταν και ήμασταν ανάμεσα στις χώρες του τρίτου κόσμου. Σήμερα, το βιοτικό επίπεδο έχει ανέβει αρκετά. Μαζί και ο καταναλωτισμός αλλά και οι ανισότητες. Το μέσο σπίτι έχει δύο τηλεοράσεις, περίπου δύο αυτοκίνητα, πολλά κινητά και ούτω καθεξής. Το τι θεωρείται «στάνταρ» έχει αναβαθμιστεί.

Τρέχουμε να καταναλώσουμε, αλλά ταυτόχρονα παραπονιόμαστε ότι δε μας φτάνουν τα χρήματα. Πίνουμε καφέ στα Στάρμπακς με έξι ευρώ, αλλά μας πειράζει ότι ανέβηκε η τιμή στο κουλούρι. Τα λεφτά, λέμε, ότι δε μας φτάνουν για διακοπές και αποδράσεις, αλλά τα μπουζούκια – συγνώμη, τα πολιτιστικά κέντρα - είναι διαρκώς γεμάτα. Τα γκουρμέ εστιατόρια και τα δήθεν θέλουν κράτηση συχνά μια βδομάδα πριν, ενώ μας φαίνεται ακριβό το θέατρο ή η είσοδος σε μία έκθεση. Αλήθεια, πόσοι από εμάς εκμεταλλευόμαστε τα καλά της Αθήνας σε θέματα και θεάματα πολιτιστικά;

Δεν είναι αυτός ο προβληματισμός μου, όμως. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι κάτι πιο απλό. Τα καθημερινά ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Κατά πόσο δηλαδή μπαίνω στη διαδικασία να κινηθώ σε αυτές τις απλές αγορές μου βάση τιμής και τι συμφέρει στο πορτοφόλι μου. Λίγες είναι, για παράδειγμα, οι φορές που πηγαίνω σε discount stores τύπου Lidl και τα σχετικά. Στο εξωτερικό είναι αρκετά διαδεδομένο. Αποφάσισα και εγώ να μπω στη διαδικασία αυτή. Σύγκριση τιμών και αγορά από εκεί που συμφέρει περισσότερο.

Ίσως ακούγεται μικρό. Είναι κάτι που συνήθως κοιτάμε υποτιμητικά. Έλα μωρέ τώρα, θα ψωνίσω από εκεί, ποιος ασχολείται τώρα και τα σχετικά. Γιατί όμως; Γιατί να ευχαριστιέμαι το ακριβό – χωρίς να είναι απαραίτητα ποιοτικό – ενώ μπορώ να έχω το αντίστοιχο φθηνότερα;

Το θέμα είναι μεγαλύτερο απ’ όσο μπορεί να αναπτυχθεί εδώ. Απλώς προέκυψε ο προβληματισμός. Ούτε σωστά το ανέπτυξα, ούτε σε όλο του το βάθος. Είναι μόνιμο το θέμα, κάτι σαν τον καιρό. Για να δούμε αν θα αλλάξει κάτι. Η ασυνείδητη αγορά να γίνει συνειδητοποιημένη.