Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Παιδικές αναμνήσεις: ο Μορμόλης

Διανύουμε περίοδο καλοκαιρινή, ίσως την πιο ιδιαίτερη των τελευταίων χρόνων. Αν και τα προηγούμενα καλοκαίρια δεν ήταν ιδιαίτερα ήσυχα (με δημοψηφίσματα, περιορισμούς κεφαλαίων, διαδηλώσεις, εκλογές και ούτω καθεξής), το φετινό καλοκαίρι με την πανδημία σε έξαρση είναι σίγουρα διαφορετικό. Παρόλα αυτά μας επιτρέπει να ταξιδεύουμε, ακόμη και μέσω των αναμνήσεών μας.

Κάθε καλοκαίρι των παιδικών χρόνων σήμαινε ταξίδια με το αυτοκίνητο. Ένα κίτρινο Fiat 128 χωρίς κλιματισμό, με χαμηλές ταχύτητες οπότε αναγκαστικά περνούσαμε αρκετό χρόνο μέσα σε αυτό. Το κασετόφωνο να παίζει συγκεκριμένες κασέτες, ίσως ο μόνος τρόπος να είμαστε ήσυχοι για μερικά λεπτά. Μία από αυτές η θεατρική παράσταση του Μορμόλη σε αυθεντική κασέτα από την παράσταση με τις φωνές της Τάνιας Τσανακλίδου, του Χρήστου Βαλαβανίδη και άλλων συντελεστών - η μουσική του Γιάννη Σπανού.

Ήταν από τα αγαπημένα μας παραμύθια, αν και δεν καταλαβαίναμε ίσως όλα όσα διαπραγματευόταν η πρωτοποριακή παράσταση. Αναφορές για την τηλεόραση (χαζοκούτι), μοναδικό αφιέρωμα στην παιδική φαντασία (όπου εκεί στηρίζεται ο φανταστικός φίλος των παιδιών Μορμόλης και η ιστορία), την εξουσία σε όλες της τις εκφάνσεις (ο δήμαρχος, ο αστυνόμος, ο δύστροπος γείτονας με τις επαφές και τις προσβάσεις, ο στρατηγός, ο υπουργός), την αστυφιλία (αυλές χωρίς παιδιά) και άλλα.

Όλα αυτά τα αντιλαμβάνομαι πλέον ακούγοντας ξανά την παράσταση τώρα, αυτή τη φορά μαζί με τα #kitsopaida. Τραγουδάμε τα ίδια τραγούδια που άκουγα και γω μικρός, πριν 30 και πλέον χρόνια. Και κάπως έτσι το χάσμα των γενεών μικραίνει, το ταξίδι στο χρόνο γίνεται εφικτό και γινόμαστε πάλι παιδιά. Άκουσμα προτεινόμενο για όλες τις ηλικίες, καθώς ας μην ξεχνάμε ότι κάποιοι είναι παιδιά, κάποιοι έχουν παιδιά και κάποιοι θέλουν να γίνουν ξανά παιδιά. Γιατί όσες φορές και να κόψεις τον Μορμόλη, αυτός δεν καταστρέφεται, απλώς έχεις ακόμη περισσότερους μορμόληδες.


Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Κουλτούρα να φύγουμε

Η κατάσταση που βιώνουμε σε παγκόσμιο επίπεδο έχει πολλαπλές συνέπειες σε διαφορετικά επίπεδα της καθημερινότητας και όχι μόνο. Προέχει φυσικά η υγεία - επιβίωση, κατόπιν έρχεται η διαβίωση, η οικονομία και ούτω καθεξής. Θύμα της όλης κατάστασης είναι φυσικά και ο πολιτισμός όπως αυτός και εάν εκφράζεται - κυρίως βέβαια μέσω της τέχνης. Αυτή τη στιγμή θέατρα, μουσεία, κινηματογράφοι, γκαλερί και όλα τα άλλα πολιτιστικά σημεία αναφοράς είναι κλειστά - εξαιρούνται τα διαδικτυακά μέσα, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Ευτυχώς στην εποχή που ζούμε ειδικά το διαδίκτυο διαφοροποιεί την κατάσταση σε σχέση με παρόμοια σκηνικά του παρελθόντος.

Για πρώτη φορά ίσως στην νεότερη ιστορία βλέπουμε υπερπροσφορά θεαμάτων που παρέχονται δωρεάν. Είναι μία ενδιαφέρουσα τροπή ειδικά σε θεάματα που αυτό το διάστημα δεν επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να κερδίσουν τα προς το ζην. Έτσι, βλέπουμε να διατίθενται δωρεάν περιηγήσεις στα μουσεία μέσω 3D τεχνολογίας, θέατρα να ανεβάζουν παραστάσεις που είχαν στο αρχείο τους, μπαλέτα και όπερες, ακόμη και πιο σύγχρονα έργα να δίνουν μία διέξοδο στην - με τον ένα τρόπο ή τον άλλο - σχετικά υποβαθμισμένη ελεύθερη τηλεόραση. Βέβαια, όλο αυτό σίγουρα γίνεται ώστε να κρατήσει τον κόσμο σε επαφή με τα θεάματα προσδοκώντας στο να προσελκύσει κοινό όταν πραγματοποιηθεί η επιστροφή στην κανονικότητα.

Ανάμεσα στα θεάματα που προσφέρονται και προσφέρθηκαν διαδικτυακά προς όλους ξεχωρίζει, κατ' εμέ, η συναυλία του Ανδρέα Μποτσέλι την Κυριακή του Πάσχα των Καθολικών. Ζωντανά από το άδειο Duomo, έμβλημα της πόλης του Μιλάνο, ο διάσημος τενόρος μετέφερε ένα οικουμενικό μήνυμα το οποίο παρακολούθησαν πάνω από 20 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ζωντανά, ενώ αρκετοί συνεχίζουν να παρακολουθούν τη συναυλία και μετά.

Σημαντικό είναι ότι βλέπουμε αντίστοιχες προσπάθειες και από ελληνικά μέσα. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες από αυτές. Από την αρχή της καραντίνας στο κανάλι του στο YouTube γνωστός τραγουδιστής  παρέα με τον γιο του ερμήνευαν, φέρνοντας ένα διαφορετικό μήνυμα. Συγγραφείς παιδικών βιβλίων (όπως ο αγαπημένος μας Παπαθεοδούλου) διαβάζει τα παραμύθια του. Η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, το Εθνικό Θέατρο και όχι μόνο ανεβάζουν δημοφιλείς παραστάσεις τους στο διαδίκτυο για όσους θέλουν να παρακολουθήσουν. Μέσα υπάρχουν, αρκεί να υπάρχει η διάθεση ώστε αντίστοιχα να τα αγκαλιάσει το κοινό. Και φαίνεται ότι το κατάλληλο μήνυμα βρίσκει και το αντίστοιχο ακροατήριο.

Η ατάκα Κουλτούρα να φύγουμε είναι του αείμνηστου Χάρι Κλυνν από την δεκαετία του '80 που σατίριζε προσπάθειες της τότε Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη να μυήσει τους συμπατριώτες μας στις χάρες του πολιτισμού. Σάτιρα αρκετή επίκαιρη και στη σημερινή εποχή.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

Πασχαλινά κάλαντα και ιστορίες απ'το χωριό

Για το Πάσχα στο χωριό έχουμε μιλήσει παλιότερα σε ανάρτηση προ 8ετίας περίπου. Σήμερα μου ξύπνησαν άλλες μνήμες που έχουν να κάνουν με αυτή την εποχή και το μέρος εκείνο. Είναι συνειρμοί που γίνονται στο μυαλό, βυθίζονται και αναδύονται ξανά σε στιγμές που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα. Οι αναμνήσεις έχουν να κάνουν με τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής, μιας και φέτος δεν προβλέπεται λόγω των καταστάσεων να ακούσουμε χαρούμενες φωνές να μας χτυπάνε τα κουδούνια.

Όταν ήμασταν μικροί βγαίναμε για κάλαντα όποτε το επέτρεπαν ή το επέβαλαν οι συνθήκες. Αρκετοί ίσως δε γνωρίζουν ότι την περίοδο του Πάσχα υπάρχουν 2 διαφορετικές ημέρες για κάλαντα: το Σάββατο του Λαζάρου και τη Μεγάλη Παρασκευή. Πρώτη χρονιά που μας άφησαν οι γονείς όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό με τους παππούδες βγήκαμε να πούμε τα κάλαντα.

Συνηθισμένοι από την πόλη, ξυπνάμε το πρωί της Μεγάλης παρασκευής. Ξεκινάμε από τα κοντινά σπίτια και αρχίζουμε να χτυπάμε τα κουδούνια, περιμένοντας να μας ανοίξουν για "Να τα πούμε". Πάμε στο πρώτο σπίτι, χτυπάμε το κουδούνι αλλά φευ. Σκεφτήκαμε ότι μπορεί να λείπουν - αγροτικές εργασίας γαρ - οπότε πάμε στο δεύτερο και στο τρίτο. Και εκεί τζίφος. Απογοητευμένοι, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι να κάνουμε.

Εκείνοι την ώρα βλέπουμε κάποια άλλα παιδιά του χωριού να ξεκινούν να τα λένε χωρίς να χτυπάνε κουδούνι. Αφού τέλειωσαν η πόρτα άνοιξε και βγήκε το φίλεμα. Στο χωριό το έθιμο ήταν ελαφρώς διαφορετικό. Το φίλεμα φυσικά περιλάμβανε κουλούρια χειροποίητα, αυγά και κάποια χρήματα. Μάλιστα και εκεί υπήρχε μια ιδιαιτερότητα: ακόμη και μέσα στην ίδια ομάδα παιδιών τα ποσά που δίνονταν ήταν διαφορετικά ανάλογα με το ποιος ήξερε ποιον. Έτσι στο τέλος μπορεί να είχαμε πάει στα ίδια σπίτια μαζί και ο ένας να είχε διπλάσια και τριπλάσια είσπραξη. Χαριτολογώντας τώρα που το σκέφτομαι από τότε μάθαμε κάποιες από τις αδικίες της ζωής. Όπως και να'χει, το "Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα" μάλλον έχει εφαρμογή σε διάφορες πτυχές της ζωής.

DSCN5605
Η φωτογραφία από το σπίτι στο χωριό που πλέον είναι κλειστό.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Εξαρτάται μου λες (ή αλλιώς Επικοινωνώντας με τον κορονοϊό)

Οι συζητήσεις στο διαδίκτυο αυτό το διάστημα είναι σχεδόν μονοθεματικές. Ο κορονοϊός κυριαρχεί παντού, μαζί με τις επιπτώσεις του στην υγεία (πάνω απ'όλα), στην οικονομία, στη στατιστική και επιδημιολογία, στη δημοκρατία, στην παγκοσμιοποίηση καθώς και στην επικοινωνία. Ειδικά το τελευταίο, αν και σίγουρα έπεται των υπολοίπων σε επίπεδο σημαντικότητας, εντούτοις επηρεάζει αρκετά ειδικά τις εταιρίες - οργανισμούς που προσπαθούν να συνεχίσουν την δραστηριότητά τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Οι επιλογές είναι διφορούμενες. Να επικοινωνήσει κανείς προϊόν τώρα που είναι ευκαιρία και ο κόσμος κάθεται αρκετά στο σπίτι, άρα στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο; Να κρατήσει μία απόσταση, εξοικονομώντας χρήματα και να προετοιμαστεί για όσα έπονται; Να συνεχίσει ό,τι έκανε, λειτουργώντας με το business as usual; Να διαμορφώσει - έστω και τώρα - επικοινωνιακή στρατηγική κρίσης; Να αναδείξει κατά βάση ενέργειες Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης κρατώντας ένα επίπεδο επικοινωνίας λιγότερο προϊοντικό και περισσότερο εταιρικό; Σε ποια κοινά να απευθυνθεί κανείς, στον τελικό καταναλωτή ή σε τυχόν ενδιάμεσους πελάτες; Και τελικά στόχος είναι να κερδίσει κανείς ή να μη χάσει;

Για όλα υπάρχει μία απάντηση απλή και ξεκάθαρη: Εξαρτάται. Θέλει ολοκληρωμένη στρατηγική και προσέγγιση το θέμα της επικοινωνίας γιατί είναι αρκετά ευαίσθητο από τις συνθήκες. Η υπερβολική έκθεση μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις και αρνητικούς συνειρμούς. Η διακοπή της όποιας επικοινωνίας, ειδικά για εταιρίες που είναι leader στον τομέα τους, επίσης ενδέχεται να βλάψει. Από την άλλη η ξαφνική και χωρίς πλάνο "βουτιά" σε δράσεις ΕΚΕ είναι μεν προσωρινά επωφελής καθώς ο κόσμος είναι ευαισθητοποιημένος, αλλά αν δε συνδέεται με συνολική προσέγγιση τότε μπορεί απλώς να καταλήξει "μια τρύπα στο νερό".

Η έως τώρα ασφαλέστερη προσέγγιση - προσωπική μου προτίμηση - είναι η επιλεκτική επικοινωνία κυρίως μέσα από ίδια μέσα ενεργειών Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Βασικά πλεονεκτήματα της προσέγγισης αυτής είναι ότι η εταιρία - μάρκα συνεχίζει μεν να επικοινωνεί διακριτικά, "χτίζοντας" ένα καλύτερο προφίλ, απευθύνεται δε σε περισσότερο "ευήκοα ώτα" και σε όλο το φάσμα των κοινών που την αφορούν. Αλλά και πάλι, πολύ απλά Εξαρτάται.

ΥΓ Αφορμή και έμπνευση για την ανάρτηση ήταν τόσο το ενδιαφέρον άρθρο του Τάσου Παγκάκη με τίτλο Διαφήμιση και Επικοινωνία στην εποχή του κοροναϊού όσο και οι συζητήσεις που παρακολουθώ σε διάφορους κλάδους και ειδικά στον τουριστικό για το πώς πρέπει να χειριστούν την πρωτόγνωρη κατάσταση. Crisis management στα πιο ζόρικά του.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Γιατί αν γλυτώσει το παιδί...

Στίχοι τραγουδιών έρχονται και φεύγουν διαρκώς. Άλλοι κυκλοφορούν στο στόμα, άλλοι καρφώνονται στο μυαλό για καιρό και μένουν εκεί. Το μυαλό, ένα περίεργο και θαυμαστό όργανο, τους ανασύρει σε στιγμές ταιριαστές ή και αταίριαστες. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι απαραίτητα στίχοι. Μπορεί να είναι φράσεις, ατάκες και ό,τι άλλο καταγράφεται στη μνήμη. Καταχωνιασμένα λόγια για καιρό που περιμένουν να βγουν στην επιφάνεια μόλις κάτι σηματοδοτήσει, ενίοτε αλλοιωμένοι - ενίοτε απαράλλακτοι.

Εδώ και μέρες μου έχουν κολλήσει οι στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου όπως τους ακούσαμε και μάθαμε μέσα από τη φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου "Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα". Βαθιά καταχωνιασμένοι οι στίχοι ήρθαν στην επιφάνεια μετά την τραγική καταστροφή με τη φονική πυρκαγιά στην Αττική. Δε χρειάστηκε να δει εικόνες η άτιμη η μνήμη για να ανασύρει τους στίχους. Απλώς και μόνο στο άκουσμα των γονιών και των παππούδων που βρέθηκαν αγκαλιά με τα παιδιά τους απανθρακωμένοι, σε μία μάζα. Η υπέρτατη ίσως στιγμή αγάπης και θυσίας που δεν ήταν όμως αρκετή.

Λένε ότι όταν γίνεσαι γονιός αρχίζεις πραγματικά να φοβάσαι για πρώτη φορά. Φαίνεται ότι ισχύει. Γι αυτό και η δύναμη του στίχου που βρίσκει στόχο εκεί ακριβώς.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

"Ο μπαμπάς μου φοράει παπούτσι νούμερο 56"

Οι συγκρίσεις μπαίνουν από νωρίς στη ζωή μας, θέλοντας και μη. Ακόμη και πριν τη γέννηση, ειδικά όταν είναι μετά το πρώτο παιδί, αρχίζουν οι συγκρίσεις - ακόμη και όταν δε θυμόμαστε και τόσο καλά. Το πρώτο γεννήθηκε τόσα κιλά, το δεύτερο περπάτησε πιο γρήγορα, το τρίτο μίλησε πιο καθαρά και ούτω καθεξής. Μεγαλώνοντας ως παιδιά πάλι έρχονται αυτές οι συγκρίσεις αναπόφευκτα. Είτε τις κάνουν άλλοι για εμάς είτε εμείς για άλλους. Σε παλιότερη ανάρτηση είχα αναφερθεί στο θέμα των καλοκαιρινών παιδικών αναμνήσεων όπου μετρούσαμε παγωτά και μπάνια ως μονάδα σύγκρισης. Δεν ήταν πάντα επειδή θέλαμε να αποδείξουμε κάτι, απλώς τα λέγαμε γιατί μας έβγαιναν. Μία πρόσκαιρη αίσθηση νίκης απέναντι σε έναν εχθρό που ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Εκτός από τα παγωτά και τα μπάνια κάτι άλλο που θυμάμαι χαρακτηριστικά σαν σκηνή ήταν μία συζήτηση ένα μεσημέρι καλοκαιριού στη γειτονιά που μεγάλωσα. Γύρω από μία εκκλησία υπήρχαν χώροι που μαζευόμασταν, ανάμεσα στα δρομάκια, τις κατοικίες (ελάχιστες πολυκατοικίες, περισσότερες μονοκατοικίες) και ένα πάρκο όπου περνούσαμε την περισσότερη ώρα μας. Εκεί καθόμασταν και παίζαμε κάρτες υπερατού. Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή αν ήταν με αυτοκίνητα, αεροπλάνα ή μηχανές - λίγη σημασία έχει. Το παιχνίδι, για όσους δε γνωρίζουν γιατί μπορεί να είναι πολύ μικροί, είναι με κάρτες που έχουν πάνω χαρακτηριστικά. Κερδίζει αυτός που θα εκφωνήσει το χαρακτηριστικό με τα καλύτερα δεδομένα. 

Κατά την έξαψη του παιχνιδιού, λοιπόν, δεν ξέρω πώς γύρισε η κουβέντα σε συγκρίσεις. Άλλος έλεγε για το ποδήλατό του, άλλος για κάποιο άλλο παιχνίδι ή κατόρθωμα. Κάποια στιγμή η κουβέντα γύρισε σε πιο μετρήσιμα μεγέθη. Πιάσαμε τους πατεράδες, καθώς ως παιδιά δημοτικού ήμασταν ακόμα στη φάση που ήταν πρότυπα για εμάς. "Ο μπαμπάς μου μπορεί να τρέξει πολύ γρήγορα σαν άλογο" λέει ο ένας. "Ο μπαμπάς μου μπορεί να σηκώσει πολλά κιλά βάρος" απαντάει ο άλλος μιας και ήταν της μόδας τότε η άρση βαρών. "Ο δικός μου είναι 2 μέτρα ψηλός" λέει ο τρίτος, μιας και τότε μας φαινόντουσαν άπιαστα όνειρα αυτά τα ύψη. "Αυτά δεν είναι τίποτε" λέει ο τελευταίος "ο δικός μου φοράει παπούτσι νούμερο 56". Και κάπου εκεί άρχισαν τα γέλια και το φατούρο. Για κάποιο λόγο αυτή η φράση μου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό, παρόλο που συνήθως θυμόμαστε να ξεχνάμε.


Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Θυμόμαστε να ξεχνάμε

 Όσο περνάει ο καιρός, είμαστε προγραμματισμένοι να ξεχνάμε. Να θυμόμαστε πρώτα και μετά να ξεχνάμε. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ξεχνάμε πράγματα καθημερινά γιατί πολύ απλά δεν έχουν σημασία. Άλλα εντυπώνονται τόσο μέσα μας που τα κάνουμε μηχανικά και φυσικά ξεχνάμε πώς και γιατί τα κάνουμε, απλώς προχωράμε. Άλλα πάλι πολύ σημαντικά της στιγμής που ορκίζουμε τον εαυτό μας ότι δε θα τα ξεχάσουμε και λίγο καιρό μετά ούτε καν σαν ανάμνηση δε μας έχουν μείνει. Υπάρχουν βέβαια πράγματα σαν το ποδήλατο ή/ και το σεξ που σύμφωνα με τη λαϊκή σοφία (λέμε τώρα) δεν ξεχνιούνται και κάθε φορά που καταπιανόμαστε με αυτά είναι όπως παλιά. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου, αλλά όπως και να έχει οφείλουμε να κρατάμε σημείο αναφοράς. Έχουμε αναρωτηθεί άραγε πόσες φορές είπαμε κάτι ότι δε θα το ξεχάσουμε ποτέ, εκείνη τη στιγμή είναι το παν για εμάς και στο τέλος καταλήγει κι αυτό στη λήθη;

Αυτές τις ημέρες έχουμε επετείους πολλές. Καταρχάς, μόλις διαπίστωσα ότι έχω ένα χρόνο να γράψω εδώ. Ένας χρόνος γεμάτος με πολλά πράγματα να θυμηθούμε και αρκετά περισσότερα να ξεχάσουμε. Κρατάμε τα σημαντικά και προχωράμε. Η δεύτερη μεγαλύτερη επέτειος αυτών των ημερών είναι φυσικά ό,τι ζήσαμε πριν 3 χρόνια, στο διάστημα της "μεγάλης και υπερήφανης διαπραγμάτευσης". Τότε που διχαστήκαμε ξανά ως λαός, με έντονα πάθη και αντεγκλήσεις, με πορείες, διαμαρτυρίες και εντάσεις. Τότε που το υπερήφανο δημοψήφισμα με το μη θέμα μας έβαλε ξανά ο ένας απέναντι στον άλλο. Αλλά ευτυχώς κι αυτά τα ξεχνάμε. Ευτυχώς λέγοντας γιατί αν τα κρατούσαμε τα πράγματα γενικότερα θα ήταν πολύ διαφορετικά, λογικά προς το χειρότερο. Πολλά χρόνια μετά, όταν θα γίνει κάποιο ντοκιμαντέρ ή αφιέρωμα για την περίοδο αυτή ίσως να μπορέσουμε να δούμε κάποιες καταστάσεις αποκρυσταλλωμένες, χωρίς τα συναισθήματα που όσο να'ναι παραμένουν. Τότε ίσως να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά ήταν οι μέρες αυτές που ζήσαμε έντονα και μας στιγματίζουν. Έως τότε, ένα τραγούδι για να βοηθήσει στο να θυμηθούμε να ξεχάσουμε.

ΥΓ Η ανάρτηση ξεκίνησε για προσωπική, αλλά φαίνεται τα συναισθήματα είναι ακόμη έντονα λόγω των ημερών.