Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

"Ο μπαμπάς μου φοράει παπούτσι νούμερο 56"

Οι συγκρίσεις μπαίνουν από νωρίς στη ζωή μας, θέλοντας και μη. Ακόμη και πριν τη γέννηση, ειδικά όταν είναι μετά το πρώτο παιδί, αρχίζουν οι συγκρίσεις - ακόμη και όταν δε θυμόμαστε και τόσο καλά. Το πρώτο γεννήθηκε τόσα κιλά, το δεύτερο περπάτησε πιο γρήγορα, το τρίτο μίλησε πιο καθαρά και ούτω καθεξής. Μεγαλώνοντας ως παιδιά πάλι έρχονται αυτές οι συγκρίσεις αναπόφευκτα. Είτε τις κάνουν άλλοι για εμάς είτε εμείς για άλλους. Σε παλιότερη ανάρτηση είχα αναφερθεί στο θέμα των καλοκαιρινών παιδικών αναμνήσεων όπου μετρούσαμε παγωτά και μπάνια ως μονάδα σύγκρισης. Δεν ήταν πάντα επειδή θέλαμε να αποδείξουμε κάτι, απλώς τα λέγαμε γιατί μας έβγαιναν. Μία πρόσκαιρη αίσθηση νίκης απέναντι σε έναν εχθρό που ουσιαστικά δεν υπήρχε.

Εκτός από τα παγωτά και τα μπάνια κάτι άλλο που θυμάμαι χαρακτηριστικά σαν σκηνή ήταν μία συζήτηση ένα μεσημέρι καλοκαιριού στη γειτονιά που μεγάλωσα. Γύρω από μία εκκλησία υπήρχαν χώροι που μαζευόμασταν, ανάμεσα στα δρομάκια, τις κατοικίες (ελάχιστες πολυκατοικίες, περισσότερες μονοκατοικίες) και ένα πάρκο όπου περνούσαμε την περισσότερη ώρα μας. Εκεί καθόμασταν και παίζαμε κάρτες υπερατού. Δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή αν ήταν με αυτοκίνητα, αεροπλάνα ή μηχανές - λίγη σημασία έχει. Το παιχνίδι, για όσους δε γνωρίζουν γιατί μπορεί να είναι πολύ μικροί, είναι με κάρτες που έχουν πάνω χαρακτηριστικά. Κερδίζει αυτός που θα εκφωνήσει το χαρακτηριστικό με τα καλύτερα δεδομένα. 

Κατά την έξαψη του παιχνιδιού, λοιπόν, δεν ξέρω πώς γύρισε η κουβέντα σε συγκρίσεις. Άλλος έλεγε για το ποδήλατό του, άλλος για κάποιο άλλο παιχνίδι ή κατόρθωμα. Κάποια στιγμή η κουβέντα γύρισε σε πιο μετρήσιμα μεγέθη. Πιάσαμε τους πατεράδες, καθώς ως παιδιά δημοτικού ήμασταν ακόμα στη φάση που ήταν πρότυπα για εμάς. "Ο μπαμπάς μου μπορεί να τρέξει πολύ γρήγορα σαν άλογο" λέει ο ένας. "Ο μπαμπάς μου μπορεί να σηκώσει πολλά κιλά βάρος" απαντάει ο άλλος μιας και ήταν της μόδας τότε η άρση βαρών. "Ο δικός μου είναι 2 μέτρα ψηλός" λέει ο τρίτος, μιας και τότε μας φαινόντουσαν άπιαστα όνειρα αυτά τα ύψη. "Αυτά δεν είναι τίποτε" λέει ο τελευταίος "ο δικός μου φοράει παπούτσι νούμερο 56". Και κάπου εκεί άρχισαν τα γέλια και το φατούρο. Για κάποιο λόγο αυτή η φράση μου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό, παρόλο που συνήθως θυμόμαστε να ξεχνάμε.